Τετάρτη, 8 Απριλίου 2015

Ἐρχόμενος ὁ Κύριος πρός τό ἑκούσιον πάθος-Τῇ Ἁγίᾳ καί Μεγάλῃ Πέμπτῃ.(Περίλυπος ἐστιν ἡ ψυχή μου).

  Είναι τολμηρό, αγαπητοί μου, να ζωγραφίζη, τολμηρότερο να ψάλλη, κι ακόμα πιο τολμηρό να ομιλή κανείς για το Χριστό· πάντοτε μεν, αλλά μάλιστα σήμερα, που ενώπιόν μας είναι ο Εσταυρωμένος, μετέωρος μεταξύ ουρανού και γης. Ζαλίζεται το μυαλό, τραυλίζει η γλώσσα. Κι όχι μόνο η δική μας φτωχή γλώσσα, μα και η γλώσσα των μεγαλυτέρων ρητόρων της Εκκλησίας, αλλά και των αγγέλων και αρχαγγέλων. Μόλις τολμούμε και λέμε: «Προσκυνούμέν σου τα πάθη, Χριστέ. Δείξον ημίν και την ένδοξόν σου ανάστασιν» (αντίφ. ιε΄ Μ. Παρ.).
  Από όλα τα ιερά κείμενα, αποστόλων ευαγγελίων και προφητειών, εκλέγω ένα λόγο που είπε ο Χριστός την τελευταία νύκτα της επιγείου ζωής του στον κήπο της Γεθσημανή. Η σπείρα με τον Ιούδα έρχονταν να τον συλλάβουν· ο θάνατος πλησίαζε με βήματα γοργά· το πικρό «ποτήριον» (Ματθ. 26,39. Μάρκ. 14,36. Λουκ. 22,42. Ιω. 18,11) φαινόταν στο βάθος του ορίζοντος. Τότε ο Κύριος στρέφεται στους μαθητάς του και τους λέει: «Περίλυπός εστιν η ψυχή μου έως θανάτου» (Ματθ.26,38). Τι άραγε να σημαίνουν τα λόγια αυτά του Κυρίου μας; Ας εξετάσουμε με ιερά κατάνυξι.
  «Περίλυπός εστιν η ψυχή μου έως θανάτου». Εκ πρώτης όψεως, αγαπητοί μου, ο λόγος αυτός φαίνεται παράξενος. Διότι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός είναι Θεός· αυτό είναι το δόγμα, η μεγαλυτέρα αλήθεια της πίστεώς μας. Αφού λοιπόν είναι Θεός αληθινός και ως Θεός είναι απρόσβλητος από τον ανθρώπινο πόνο, πώς λέει ότι είναι «περίλυπος»;
Βεβαίως είναι Θεός. Είναι όμως «διπλούς την φύσιν» (δοξ. στιχ. πλ. δ΄), Θεός και άνθρωπος, και στον λόγο αυτόν εκφράζεται ως άνθρωπος· εδώ ομιλεί η ανθρωπίνη φύσις.   Από την ώρα που ο Χριστός έγινε άνθρωπος, δοκιμάζει και αυτός όλα τα ανθρώπινα πλην της αμαρτίας. Είναι λυπημένος ο Χριστός. Αλλά δεν είναι μόνο σήμερα λυπημένος· πάντοτε υπήρξε ο Άνθρωπος του πόνου. Από την ημέρα που γεννήθηκε μέχρις ότου είπε: «Τετέλεσται» (Ιω. 19,30), η ζωή του ήταν ζωή θλίψεως. Σήμερα όμως η θλίψι του φτάνει στο κατακόρυφο, πλέει σε ωκεανό θλίψεως. Τι άραγε τον κάνει να πη το λόγο αυτό; ποια είναι η θλίψις του Χριστού μας; Ο Χριστός δεν μιλάει εδώ για πόνους σωματικούς· μιλάει για άλλο πόνο, πόνο ψυχικό. «Περίλυπός εστιν η ψυχή μου έως θανάτου». Γιατί; ποιος είναι ο πόνος αυτός;
  Κατά άνθρωπον δεν πέρασε ούτε θα περάση από τη γη αγιωτέρα φυσιογνωμία από τον Ιησούν Χριστόν. Δίδαξε αλήθειες υψηλές, ρήματα αιώνια· «ουδέποτε ούτως ελάλησεν άνθρωπος» (Ιω.7,46). Ο Σωκράτης και οι μαθηταί του, εάν ζούσαν στην εποχή του, θα κάθονταν κοντά του, θα εγγράφονταν μαθηταί στο σχολείο του και θα έλεγαν: «Είς ημών εστιν ο καθηγητής, ο Χριστός» (βλ. Ματθ. 23,10). Ο Χριστός δεν δίδαξε μόνο· έκανε και θαύματα αναρίθμητα, σημεία μεγάλα και θαυμαστά. Είπε στο λεπρό: «Καθαρίσθητι» (Ματθ. 8,3), στον τυφλό: «Ανάβλεψον» (Λουκ. 18,42), στον παράλυτο: «Άρον τον κράβατόν σου» (Μάρκ. 2,11)· είπε στον άνεμο: «Σιώπα», στη θάλασσα: «Πεφίμωσο» (έ.α. 4,39), στα στοιχεία της φύσεως: «Ησυχάστε»· είπε στον υιό της χήρας: «Εγέρθητι» (Λουκ. 7,14), στο Λάζαρο: «Δεύρο έξω» (Ιω. 11,43), στους νεκρούς: «Αναστηθήτε». Και μόνο αυτά; Ο Χριστός ό,τι δίδαξε το εφήρμοσε. Η αρετή του ξεπέρασε τα ανθρώπινα μέτρα, έφθανε τα άστρα «εκάλυψεν ουρανούς» (Αμβ. 3,3). Κανείς δεν θα μπορέση ποτέ να απαντήση στο ερώτημά του: «Τις εξ υμών ελέγχει με περί αμαρτίας;» (Ιω. 8,46).
Αντί λοιπόν ο λαός να στεφανώση με τα καλύτερα άνθη τον ιδεώδη αυτόν άνθρωπο, για τον οποίο ο Πιλάτος τους είπε: «Ίδε ο άνθρωπος» (Ιω.19,5), ο Χριστός εισέπραξε τα «λουλούδια» της μαύρης αχαριστίας των Ιουδαίων. Και τι δεν άκουσε ο Υιος της Παρθένου! Είσαι «φάγος και οινοπότης, φίλος τελωνών και αμαρτωλών» (Ματθ. 11,19. Λουκ. 7,34), είσαι «Σαμαρείτης και δαιμόνιον έχεις» (Ιω. 8,48), είσαι «πλάνος» (Ματθ. 27,63)· βγάζεις τα δαιμόνια «εν τω άρχοντι των δαιμονίων», με τη δύναμι του «Βεελζεβούλ» (Ματθ. 9,34· 12,24). Τα «ωσαννά» των βαΐων (Ιω.12,13) σύντομα τα διαδέχθηκε το: «σταυρωθήτω» (Ματθ. 27,22-23). Να γιατί ο Χριστός λέει «Περίλυπός εστιν η ψυχή μου έως θανάτου».
  Αλλά έχει κι άλλη αιτία λύπης, πιο μεγάλη: είναι η εγκατάλειψις των μαθητών του. Δεν τον καταλάβαιναν, δεν τον υπήκουαν· τους μιλούσε για ταπείνωσι, κι αυτοί ονειρεύονταν θρόνους· έδειξαν ολιγοπιστία, αμφιβολία. Η συμπεριφορά τους πολλές φορές τον λύπησε. Και η λύπη κορυφώθηκε σε τρία γεγονότα που συνέβησαν στο στενό τους κύκλο: ένας τον πρόδωσε για τριάντα αργύρια, ο άλλος τον αρνήθηκε εμπρός σε μια υπηρέτρια, και οι άλλοι διασκορπίσθηκαν και τον άφησαν μόνο.
Να προχωρήσουμε τώρα πιο βαθειά; Αν εξετάσουμε τον εαυτό μας, θα δούμε ότι η πιο μεγάλη αιτία λύπης του Χριστού, για την οποία είπε: «Περίλυπός εστιν η ψυχή μου έως θανάτου», είμαστε όλοι εμείς οι Χριστιανοί. Οι Εβραίοι μια φορά τον σταύρωσαν, εμείς τον σταυρώνουμε καθημερινώς. Το προείδε στην όλη αμαρτωλότητα και αθλιότητά μας. Ο Σωκράτης μπορεί να θεωρηθή σαν Χριστιανός προ Χριστού· εμείς, λαϊκοί και κληρικοί, συχνά ζούμε σαν ειδωλολάτρες μετά Χριστόν.
«Περίλυπός εστιν η ψυχή μου έως θανάτου». Και φθάνουμε τώρα στην καρδιά της υποθέσεως. Παρακαλώ προσέξτε. Είναι περίλυπος η ψυχή τού Χριστού μας, διότι πρόκειται να μπη – πού; Στη μαύρη σπηλιά που δεν τόλμησε να μπη κανένας κι όποιος μπήκε δεν ξαναβγήκε. Θα μπη εκεί μέσα, θα παλέψη στήθος με στήθος, και θα βγη νικητής και θριαμβευτής. Ποια είναι η μαύρη σπηλιά; Είναι εκείνο που εμείς δεν το φοβόμαστε, το υποτιμούμε και παίζουμε μαζί του· είναι η αμαρτία· οι αμαρτίες μου, οι αμαρτίες σας, οι αμαρτίες όλου του κόσμου. Αυτός τώρα θα τις φορτωθή· και ενώ είναι ο αναμάρτητος, θα γίνη «ο αμνός του Θεού ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου» (Ιω. 1,29)! Επειδή λοιπόν προβλέπει αυτή την δεινή ώρα που, αυτός ο Αθώος, θα έλθη σε επαφή με την άβυσσο της ανθρωπίνης αμαρτίας, γι’ αυτό λέει: «Περίλυπός εστιν η ψυχή μου έως θανάτου».
  Μας συγκινεί ο λόγος αυτός του Χριστού μας. Μας συγκινεί διότι είναι λόγος ανθρώπινος, λόγος που εκφράζει την οδύνη της ανθρωπίνης φύσεως. Το: «Περίλυπός εστιν η ψυχή μου έως θανάτου» είναι και δικό μας. Διότι ποιος, (σάς ερωτώ), ποιος από μας δεν δοκίμασε τ’ αγκάθια του ανθρωπίνου πόνου; Αν υπάρχη νησί που να μην το αγγίζουν απ’ όλες τις μεριές τα κύματα, τότε θα βρεθή και άνθρωπος που να μην τον αγγίζη ο πόνος. Κι αν ακόμη υποτεθή ότι η επιστήμη βρίσκει τρόπο να θεραπεύση όλες τις σωματικές ασθένειες, ο πόνος της ψυχής όμως θα μένη. Κι όταν η ψυχή πονάη, τι να τα κάνης τ’ άλλα; Γι’ αυτό είπα, ότι ο λόγος αυτός του Χριστού μας εκφράζει.
  Ελάτε, αδέρφια μου, για λίγο την ημέρα αυτή να κατεβούμε τα σκαλοπάτια της θλίψεως. Μικρά παιδιά στο νησί μου, παίζοντας στην ακροθαλασσιά, ακουμπούσαμε το αυτί μας κάτω στην αμμουδιά κι ακούγαμε τη θάλασσα να βογγάη· ελάτε λοιπόν ν’ ακούσουμε τώρα πώς βογγάει η ανθρώπινη ψυχή και λέει κι αυτή: «Περίλυπός εστιν η ψυχή μου έως θανάτου».
Δεν ακούτε; Το λέει η νεαρά χήρα που παλεύει τώρα μόνη της. Το λένε τα ανήλικα ορφανά που έμειναν χωρίς προστάτη. Το λένε οι κρατούμενοι πίσω απ τα κάγκελα των φυλακών όλου του κόσμου. Το λένε οι άρρωστοι που στενάζουν στα κρεβάτια των νοσοκομείων. Το λέει ο φτωχός οικογενειάρχης. Το λέει ο αδικούμενος εργάτης. Το λέει και ο πατέρας που μόχθησε για το παιδί του κι αυτό γίνεται άσωτος υιός, το λέει η μάνα που βλέπει την κόρη της να παίρνη το δρόμο της ατιμίας. Το λέει η απατημένη γυναίκα, που την άφησε ο άντρας της, το λέει κι ο απατημένος σύζυγος που έχασε τη γυναίκα του. Το λέει τέλος και όλη η πατρίδα μας, που δοκιμάζει την αχαριστία των «φίλων» που ξέχασαν τις θυσίες της, και βλέπει τους εχθρούς της να υψώνουν κεφάλι και ρωτάει μαζί με τον προφήτη Ιερεμία· «Ινατί ότι οδός ασεβών ευοδούται;» (Ιερ. 12,1).
  Αλλ’ ας μη μείνουμε, αγαπητοί μου αδελφοί, μόνο στο: «Περίλυπός εστιν η ψυχή μου έως θανάτου». Ο Χριστός δεν είπε μόνο το λόγο αυτό. Από τα άγια χείλη του Υιού της Παρθένου βγήκαν και κάποια άλλα λόγια. Εκείνος είπε: «Εν τω κόσμω θλίψιν έξετε· αλλά θαρσείτε! εγώ νενίκηκα τον κόσμον». Στον κόσμο θα δοκιμάσετε θλίψι, αλλά έχετε θάρρος, εγώ τον έχω νικήσει τον κόσμο (Ιω. 16,33).
  Ας έλθουν λοιπόν οι λύπες, οι δοκιμασίες, οι θλίψεις· ας σείεται η γη, ας μαίνεται η κόλασις· θαρσείτε πιστοί, θαρσείτε Έλληνες, θαρσείτε λαοί! Τα δεινά θα περάσουν. Η νίκη ανήκει στα παιδιά του Χριστού· ον, παίδες, υμνείτε και υπερυψούτε εις πάντας τους αιώνας· αμήν.
                       Μακαριστοῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης Αὐγουστίνου Καντιώτου.




Τρίτη, 7 Απριλίου 2015

Ἐρχόμενος ὁ Κύριος πρός τό ἑκούσιον πάθος-Τῇ Ἁγίᾳ καί Μεγάλῃ Τετάρτῃ.


Τῇ Ἁ­γί­ᾳ καὶ Με­γά­λη Τε­τάρ­τη τῆς ἀ­λει­ψά­σης τόν Κύ­ρι­ον μύ­ρω πόρ­νης γυ­ναι­κὸς μνεί­αν ποι­εῖ­σθαι οἱ θει­ό­τα­τοι πα­τέ­ρες ἐ­θέ­σπι­σαν, ὅ­τι πρό τοῦ σω­τη­ρί­ου πά­θους μι­κρόν τοῦ­το γέ­γο­νε”… 
   
   Οἱ ἅ­γι­οι πα­τέ­ρες ὅ­ρι­σαν νὰ θυ­μό­μα­στε καὶ νὰ τι­μᾶ­με αὐ­τὴ τὴ μέ­ρα μί­α ἁ­μαρ­τω­λὴ γυ­ναί­κα, ἡ ὁ­ποί­α ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ με­τα­νο­ή­σει εἰ­λι­κρι­νὰ καὶ ἐ­ξω­τε­ρι­κεύ­ον­τας αὐ­τὴ τὴ σω­τή­ρι­α πα­ρόρ­μη­σή της ἄ­λει­ψε τὰ πό­δια τοῦ ἐ­λε­ή­μο­να Χρι­στοῦ μὲ πο­λύ­τι­μο μύ­ρο. Ἐ­πει­δὴ ἡ με­τά­νοι­α εἶ­ναι βα­σι­κὴ προ­ϋ­πό­θε­ση γιὰ τὴ σω­τη­ρί­α κά­θε ἀν­θρώ­που, ἡ με­γά­λη με­τά­νοι­α τῆς γυ­ναι­κὸς αὐ­τῆς ἀ­πο­τε­λεῖ λαμ­πρὸ πα­ρά­δειγ­μα γιὰ κά­θε πι­στὸ καὶ ἐ­πει­δὴ τὸ γε­γο­νὸς τῆς με­τά­νοι­ας εἶ­ναι ἕ­νας δύ­σκο­λος ἀ­γώ­νας καὶ ἕ­να ἐ­πώ­δυ­νο πά­θος αὐ­το­τα­πεί­νω­σης, κα­θό­ρι­σαν οἱ Πα­τέ­ρες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας, νὰ εἶ­ναι ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νη ἡ προ­η­γού­με­νη ἡ­μέ­ρα πρὶν τὴ σύλ­λη­ψη τοῦ Κυ­ρί­ου στὴν με­τά­νοι­α τῆς πόρ­νης γυ­ναι­κός. Τὸ γε­γο­νὸς αὐ­τὸ τὸ δι­έ­σω­σαν καὶ οἱ τέσ­σε­ρις Εὐ­αγ­γε­λι­στὲς (Μάτθ.κστ΄6-13, Μάρκ.ιδ΄3-9, Λούκ.ζ΄36-50, Ἰ­ω­άν.ιβ΄1-8) μὲ κά­ποιες μι­κρο­δι­α­φο­ρὲς στὶς δι­η­γή­σεις τους. Ἀ­να­λυ­τι­κό­τε­ρη καὶ σα­φέ­στε­ρη εἶ­ναι ἐ­κεί­νη τοῦ Λου­κᾶ. Ὁ Χρι­στὸς λί­γο πρὶν τὸ πά­θος Του, με­τὰ τὴν ἀ­νά­στα­ση τοῦ Λα­ζά­ρου, σὲ κά­ποια πό­λη προ­σκλή­θη­κε νὰ δει­πνή­σει στὸ σπί­τι κά­ποιου πλου­σί­ου Φα­ρι­σαί­ου, ὀ­νό­μα­τι Σί­μω­νος. Καὶ ἐ­νῶ συ­νέ­τρω­γε ὁ Χρι­στὸς μὲ τοὺς συν­δαι­τυ­μό­νες του, μπῆ­κε στὴν οἰ­κί­α μί­α ἁ­μαρ­τω­λὴ γυ­ναί­κα, γνω­στὴ πόρ­νη τῆς πε­ρι­ο­χῆς, ἔ­χον­τας στὰ χέ­ρια τῆς ἀ­κρι­βό­τα­το ἀγ­γεῖ­ο γε­μά­το μὲ πο­λύ­τι­μο καὶ πα­νά­κρι­βο μύ­ρο. Πλη­σί­α­σε τὸ Χρι­στό, ἔ­χυ­σε ἕ­νας μέ­ρος ἀ­πὸ τὸ μύ­ρο στὴν κε­φα­λὴ καὶ τὸ σῶ­μα τοῦ Κυ­ρί­ου καὶ μὲ τὸ ὑ­πό­λοι­πο καὶ τὰ ἀ­στα­μά­τη­τα δά­κρυ­ά της ἔ­βρε­χε καὶ ἔ­πλυ­νε τὰ πό­δια τοῦ Χρι­στοῦ. Τέ­λος ἔ­λυ­σε τὴν πλού­σι­α πλε­ξού­δα τῶν μαλ­λιῶν της καὶ ἄρ­χι­σε νὰ σκου­πί­ζει τὰ ἄ­χραν­τα πό­δια τοῦ Δα­σκά­λου. Ὁ Χρι­στὸς ἔ­μει­νε ἀ­τά­ρα­χος, ὄ­χι ὅ­μως καὶ οἱ πα­ρα­βρι­σκό­με­νοι. Ὁ μὲν οἰ­κο­δε­σπό­της φα­ρι­σαῖ­ος σκαν­δα­λί­σθη­κε μὲ τὴ θέ­α τῆς πόρ­νης καὶ ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο μὲ τὸ ἄγ­γιγ­μά της στὸ σῶ­μα τοῦ Ἰ­η­σοῦ. Δι­ε­ρω­τό­ταν, πὼς εἶ­ναι δυ­να­τόν, προ­φή­της ὄν­τας, ὁ κα­λε­σμέ­νος τοῦ ρα­βί­νος νὰ μὴν δι­α­γνώ­σει ὅ­τι ἡ γυ­ναί­κα αὐ­τὴ εἶ­ναι ἁ­μαρ­τω­λὴ καὶ νὰ μὴν τὴ δι­ώ­ξει κα­κεῖν κα­κῶς, ὅ­πως θὰ ἔ­κα­νε ὁ ἴ­διος καὶ οἱ ὅ­μοι­οί του φα­ρι­σαῖ­οι. Ὁ φι­λάρ­γυ­ρος καὶ ἀ­νά­ξι­ος μα­θη­τὴς τοῦ Χρι­στοῦ, ὁ Ἰ­ού­δας ὁ Ἰ­σκα­ρι­ώ­της, μέ­τρη­σε τὴ με­γά­λη ἀ­ξί­α τοῦ μύ­ρου, τὸ ὁ­ποῖ­ο κα­τὰ τὴ γνώ­μη του «πῆ­γε χα­μέ­νο», ἐ­νῶ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ που­λη­θεῖ καὶ νὰ δο­θεῖ δῆ­θεν στοὺς φτω­χούς. Οὐ­σι­α­στι­κὰ ὅ­μως ὁ μέλ­λων προ­δό­της μα­θη­τὴς δὲν ἐν­δι­α­φέ­ρον­ταν γιὰ τοὺς φτω­χούς, ἀλ­λὰ γιὰ τὴ δι­κή του τσέ­πη, για­τί ἦ­ταν κλέ­φτης. Ὁ Χρι­στὸς ἔ­δω­σε ἀ­πάν­τη­ση καὶ στοὺς δύ­ο «σκαν­δα­λι­σθέν­τε­ς» ἀ­πὸ τὸ γε­γο­νὸς αὐ­τό. Στὸν μὲν φα­ρι­σαῖ­ο ἀ­πάν­τη­σε πὼς ἡ γυ­ναί­κα αὐ­τὴ ἔ­δω­σε πε­ρίσ­σια καὶ ἐγ­κάρ­δι­α πε­ρι­ποί­η­ση, σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ αὐ­τὸν ποὺ τὸν κά­λε­σε προ­φα­νῶς τυ­πι­κὰ καὶ ἐ­πι­δει­κτι­κὰ στὸ σπί­τι του. Στὸν δὲ δό­λι­ο Ἰ­ού­δα ἀ­πάν­τη­σε πὼς τοὺς φτω­χοὺς θὰ τοὺς ἔ­χουν πάν­το­τε μα­ζί τους καὶ ἔ­χουν χρέ­ος καὶ κα­θῆ­κον νὰ τοὺς ἐ­λε­οῦν, ὅ­μως τὸ μύ­ρο ἐ­τοῦ­το εἶ­ναι δω­ρε­ὰ μί­ας πο­νε­μέ­νης καρ­διᾶς πρὸς τὸν ἐ­λε­ή­μο­να Κύ­ρι­ό του κό­σμου. Τὸ πο­λύ­τι­μο μύ­ρο ἦ­ταν μί­α μι­κρὸ δεῖγ­μα τῆς με­γά­λης με­τά­νοι­ας καὶ εὐ­γνω­μο­σύ­νης αὐ­τῆς τῆς γυ­ναί­κας. Ἔ­τσι γύ­ρι­σε τέ­λος πρὸς αὐ­τὴ καὶ τῆς εἶ­πε: « ἀ­φέ­ον­ταί σου αἱ ἁ­μαρ­τί­αι… ἡ πί­στις σου σέ­σω­σε σέ, πο­ρεύ­ου εἰς εἰ­ρή­νη­ν». Τὰ τε­λευ­ταί­α αὐ­τὰ λό­γι­α ἐ­ξόρ­γι­σαν πε­ρισ­σό­τε­ρό τους συγ­κεν­τρω­μέ­νους, Ποῖ­ος εἶ­ναι αὐ­τὸς ποῦ μπο­ρεῖ νὰ συγ­χω­ρεῖ ἁ­μαρ­τί­ες ;

Κυριακή, 5 Απριλίου 2015

Ἐρχόμενος ὁ Κύριος πρός τό ἑκούσιον πάθος-Τῇ Ἁγίᾳ καί Μεγάλῃ Δευτέρᾳ.

Τῇ ἁγίᾳ καὶ μεγάλῃ Δευτέρᾳ, μνείαν ποιούμεθα τοῦ μακαρίου Ἰωσὴφ τοῦ Παγκάλου, καὶ τῆς ὑπὸ τοῦ Κυρίου καταραθείσης καὶ ξηρανθείσης Συκῆς.
Στίχοι εἰς τὸν Πάγκαλον Ἰωσὴφ
Σώφρων Ἰωσήφ, δίκαιος κράτωρ ὤφθη,
Καὶ σιτοδότης, ὧ καλῶν θημωνία!
  Ἕτεροι, εἰς τὴν ξηρανθεῖσαν Συκὴν
Τὴν Συναγωγήν, συκὴν Χριστός, Ἑβραίων,
Καρπῶν ἄμοιρον πνευματικῶν εἰκάζων,
ρὰ ξηραίνει, ἢς φύγωμεν τὸ πάθος.

Ἀπό τὴ σημερινὴ μέρα ξεκινοῦν τὰ ἅγια Πάθη τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Τύπος τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ εἶναι ὁ πάγκαλος Ἰωσήφ ποὺ σήμερα ἐπιτελοῦμε τὴν ἀνάμνησή του (Γεν. 37 - 50).

Ἦταν ὁ μικρότερος γιός τοῦ Πατριάρχη Ἰακώβ καὶ ὁ πιὸ ἀγαπητός. Ὅμως φθονήθηκε ἀπό τὰ ἀδέλφια του καὶ ἀρχικά τὸν ἔρριξαν σ᾿  ἕνα βαθύ λάκκο καὶ ἐξαπάτησαν τὸν πατέρα τους χρησιμοποιώντας ἕνα ματωμένο ροῦχο ὅτι δῆθεν τὸν κατασπάραξε κάποιο θηρίο. Στὴ συνέχεια τὸν πούλησαν γιὰ τριάντα ἀργύρια σὲ ἐμπόρους, οἱ ὁποῖοι τὸν ξαναπούλησαν στὸν ἀρχιμάγειρα τοῦ βασιλιᾶ τῆς Αἰγύπτου, τὸν Πετεφρή. Ὁ Ἰωσήφ ἦταν πανέμορφος καὶ τὸν ἐρωτεύθηκε ἡ γυναίκα τοῦ Πετεφρῆ, ποὺ θέλησε νὰ τὸν παρασύρει σὲ ἀνήθικη πράξη βιαίως. Μόλις ἐκείνη ἔπιασε τὸν Ἰωσήφ, ἐκεῖνος ἄφησε στὰ χέρια της τὸν χιτῶνα του καὶ ἔφυγε. Ἐκείνη ἀπό τὸ θυμό της τὸν συκοφάντησε στὸ σύζυγό της, ὅτι δῆθεν αὐτός ἐπιτέθηκε ἐναντίον της μὲ ἀνήθικους σκοπούς. Ὁ Πετεφρής τὴν πίστευσε καὶ φυλάκισε τὸν Ἰωσήφ.

Κάποτε ὅμως ὁ Φαραώ, ὁ βασιλιάς τῆς Αἰγύπτου, εἶδε ἕνα παράξενο ὄνειρο καὶ ζήτησε ἕναν ἐξηγητή. Μὲ τὸ φωτισμό τοῦ Θεοῦ, μόνο ὁ Ἰωσήφ μπόρεσε νὰ τὸ ἐξηγήσει. Ὅτι θὰ ἔλθουν στὴ χώρα του ἑπτά χρόνια εὐφορίας καὶ ἑπτά ἀκαρπίας καὶ πεῖνας. Ἐνθουσιάσθηκε ὁ Φαραώ ἀπό τὴ σοφία του καὶ τὸν ἔκανε γενικό ἄρχοντα, σὰν πρωθυπουργό. Ὁ Ἰωσήφ διαχειρίσθηκε ἄριστα τὴν ἐξουσία καὶ φρόντισε στὰ δύσκολα χρόνια τῆς πεῖνας ὅλο τὸ λαό. Μὲ ἀφορμή τὴ διανομή τοῦ σιταριοῦ, φανερώθηκαν τ᾿  ἀδέλφια του ποὺ τὸν εἶχαν φθονήσει. Ἐκεῖνος δὲν τοὺς κράτησε κακία, ἀντίθετα τὰ προσκάλεσε μόνιμα στὴν Αίγυπτο μαζί μὲ τοὺς γονεῖς.

Αὐτός λοιπόν ἀποτελεῖ προεικόνιση τοῦ Χριστοῦ, διότι καὶ Αὐτός, ἀγαπητός γιός τοῦ Πατέρα, φθονήθηκε ἀπό τοὺς ὁμοφύλους Του Ἰουδαίους, πουλήθηκε ἀπό τὸ μαθητή Του γιὰ τριάντα ἀργύρια καὶ κλείσθηκε στὸ σκοτεινό λάκκο, τὸν τάφο.

Ἐπίσης, σήμερα μνημονεύουμε καὶ τὴν ἄκαρπο συκή, τὴν ὁποία καταράσθηκε ὁ Κύριος καὶ ξεράθηκε ἀμέσως Ματθ. 21:19, Μαρκ. 11:13). Συμβολίζει τόσο τὴ Συναγωγή τῶν Ἑβραίων, ἡ ὁποία δὲν εἶχε πνευματικούς καρπούς, ὅσο καὶ κάθε ἄνθρωπο ποὺ στερεῖται πνευματικῶν καρπῶν, ἀρετῶν. Ἔδειξε ὁ Κύριος τὴ δύναμή Του στὸ άψυχο δένδρο καὶ ποτέ πάνω σὲ ἄνθρωπο, γιὰ νὰ δείξει ὅτι δὲν ἔχει μόνο δύναμη νὰ εὐεργετεῖ, ἀλλά καὶ νὰ τιμωρεῖ.

Ὁ εὐαγγελιστής Μάρκος ἀναφέρει πὼς τὴν ὥρα ποὺ ὁ Κύριος ἐπιτίμησε τὴ συκή καὶ ξηράθηκε, κατέπεσαν ἀμέσως τὰ καταπράσινα φύλλα της καὶ τὴν ἑπόμενη μέρα ξεράθηκε καὶ ἡ ρίζα της (Μαρκ. 11:21). Οἱ μαθητές ἔκθαμβοι ἀπό τὸ θαῦμα αὐτό δὲν ζητοῦσαν νὰ μάθουν τὴν βαθύτερη ἔννοιά του, ἀλλά εἶχαν τὴν ἀπορία «πὼς παραχρῆμα ἐξηράνθη ἡ συκή;» (Ματθ. 21:20). Πρώτη φορά εἶχαν δεῖ τιμωρία τῆς ἄψυχης φύσεως.

Ὁ Κύριος παίρνοντας ἀφορμή ἀπό τὴν ἀπορία τῶν μαθητῶν, χωρίς νὰ ἐξηγήσει τὴν συμβολική σημασία τοῦ θαύματος, τοὺς δίδαξε γιὰ τὴ μεγάλη δύναμη τῆς πίστεως, ἡ ὁποία ὅταν συνοδεύεται ἀπό ἐσωτερική θέρμη καὶ χωρίς τὸν παραμικρό δισταγμό μπορεῖ νὰ κατορθώσει ἀφάνταστα πράγματα. Τοὺς είπε: «Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐὰν ἔχητε πίστιν καὶ μὴ διακριθῆτε, οὐ μόνον τὸ τῆς συκῆς ποιήσετε, ἀλλὰ κἂν τῷ ὄρει τούτῳ εἴπητε, ἂρθητι καὶ βλήθητι εἰς τὴν θάλασσαν, γενήσεται·» (Ματθ. 21:21). Αὐτή τὴν πίστη θέλει ἡ Ἐκκλησία μας νὰ μεταδώσει καὶ σὲ μᾶς.

Ἡ ὑμνογραφία ἀναφέρεται σήμερα στὰ δύο παραπάνω θέματα, ἀλλά καὶ ἐπί πλέον στὸ θέμα τῆς πορείας τοῦ Κυρίου πρὸς τὸ ἑκούσιο Πάθος. Ἀπό τὸ τροπάριο: «Ἰδοὺ ὁ Νυμφίος ἔρχεται...» οἱ ἀκολουθίες τῆς Μ. Δευτέρας ἕως Μ. Τετάρτης λέγονται καὶ «Ἀκολουθίες τοῦ Νυμφίου».